Σε αντίθεση με την συγγνώμη, η οποία - ίσως εξ αιτίας
της θρησκευτικής της συνάφειας, ίσως εξ αιτίας της σχέσης της με την αγάπη που
συνοδεύει την εμφάνισή της - θεωρήθηκε πάντα εξωπραγματική και απαράδεκτη στην
δημόσια σφαίρα, η σταθεροποιητική δύναμη που ενυπάρχει στην ικανότητα του
υπόσχεσθαι είναι γνωστή σ’ ολόκληρη την παράδοσή μας. Μπορεί να βρει κανείς τα
πρώτα ίχνη της στο ρωμαϊκό νομικό σύστημα, στο απαραβίαστο των συμφωνιών και
των συνθηκών (pacta sunt servanda)΄
ή μπορούμε να θεωρήσουμε εισηγητής της τον Αβραάμ, τον άνθρωπο από την Ούρ, που
ολόκληρη η ιστορία του, όπως την αφηγείται η Βίβλος, δείχνει ένα τόσο πολύμορφο
ζήλο να συνάπτει συμβόλαια, ώστε μοιάζει να έφυγε από την χώρα του μόνο και
μόνο για να δοκιμάσει την δύναμή της αμοιβαίας υπόσχεσης στην ερημιά του
κόσμου, μέχρις ότου τελικά ο ίδιος ο Θεός συναινέσει να συνάψει μαζί του ένα
Συμβόλαιο. Εν πάση περιπτώσει, η μεγάλη ποικιλία των θεωριών γύρω από το
συμβόλαιο επιβεβαιώνει το γεγονός πως η δύναμη του υπόσχεσθαι αποτέλεσε το
επίκεντρο της πολιτικής σκέψης ανά τους αιώνες.
Το απρόβλεπτο, το οποίο εξοβελίζει η πράξη της
υπόσχεσης, εν μέρει τουλάχιστον, έχει διττό χαρακτήρα: προκύπτει ταυτόχρονα από
τον «ζόφο της ανθρώπινης ψυχής», δηλαδή από την βασική αναξιοπιστία των
ανθρώπων, οι οποίοι δεν μπορούν ποτέ να εγγυηθούν σήμερα ποιοί θα είναι αύριο,
και από την αδυναμία να προμαντευθούν οι συνέπειες μιας πράξης μέσα σε μια
κοινότητα ίσων, όπου καθένας έχει την ίδια ικανότητα να πράττει. Η ανικανότητα
του ανθρώπου να στηριχθεί ή να έχει πλήρη πίστη στον εαυτό του (που σημαίνει το
ίδιο) αποτελεί το τίμημα της ελευθερίας, το οποίο καταβάλλουν τα ανθρώπινα
όντα΄ και η αδυναμία να παραμένουν οι μοναδικοί κύριοι αυτού που πράττουν, να
γνωρίζουν τις συνέπειες και να στηρίζονται στο μέλλον, είναι το τίμημα το οποίο
καταβάλλουν για την πολλότητα και την πραγματικότητα, για την χαρά να
συμβιώνουν με τους άλλους σ’ έναν κόσμο, την πραγματικότητα του οποίου την
εγγυάται στον καθένα η παρουσία όλων.
Η λειτουργία της ικανότητας του υπόσχεσθαι συνίσταται
στην υπερνίκηση του διττού αυτού μυστηρίου των ανθρώπινων υποθέσεων και, σαν
τέτοια, αποτελεί το μοναδικό δυνατό ενάλλαγμα μιας εξουσίασης, η οποία
βασίζεται στην κυριαρχία του εαυτού μας και στην επιβολή πάνω στους άλλους΄
αντιστοιχεί ακριβώς στην ύπαρξη μιας ελευθερίας η οποία δόθηκε υπό τον όρο της
μη κυριαρχίας. Ο κίνδυνος και το πλεονέκτημα που ενέχουν όλα τα πολιτικά
σώματα, όσα βασίζονται σε συμβόλαια και συμφωνίες, είναι πως αυτά, αντίθετα από
όσα βασίζονται στην εξουσία και στην κυριαρχία, αφήνουν την μη προβλεψιμότητα
των ανθρώπινων υποθέσεων και την αναξιοπιστία των ανθρώπων όπως είναι,
χρησιμοποιώντας τες απλώς ως χώρο, να πούμε έτσι, μέσα στον οποίο ρίχνονται
κάποιες νησίδες προβλεψιμότητας και υψώνονται κάποιοι δείκτες αξιοπιστίας. Οι
στιγμιαίες υποσχέσεις χάνουν τον χαρακτήρα τους ως μεμονωμένες νησίδες
βεβαιότητας μέσα σ’ έναν ωκεανό αβεβαιότητας, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση
αυτής της ικανότητας για να καλυφθεί όλο το πεδίο του μέλλοντος και να
σχεδιασθεί ένας δρόμος εξασφαλισμένος από κάθε πλευρά, τότε χάνουν την
δεσμευτική τους ικανότητα και η όλη επιχείρηση γίνεται αυτοκαταστροφική.
Χάννα Άρεντ, «η
ανθρώπινη κατάσταση»,
Αθήνα
2008,
εκδ Γνώση, σελ 330-332.

