Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Το απρόβλεπτο και η δύναμη της υπόσχεσης




Σε αντίθεση με την συγγνώμη, η οποία - ίσως εξ αιτίας της θρησκευτικής της συνάφειας, ίσως εξ αιτίας της σχέσης της με την αγάπη που συνοδεύει την εμφάνισή της - θεωρήθηκε πάντα εξωπραγματική και απαράδεκτη στην δημόσια σφαίρα, η σταθεροποιητική δύναμη που ενυπάρχει στην ικανότητα του υπόσχεσθαι είναι γνωστή σ’ ολόκληρη την παράδοσή μας. Μπορεί να βρει κανείς τα πρώτα ίχνη της στο ρωμαϊκό νομικό σύστημα, στο απαραβίαστο των συμφωνιών και των συνθηκών (pacta sunt servanda)΄ ή μπορούμε να θεωρήσουμε εισηγητής της τον Αβραάμ, τον άνθρωπο από την Ούρ, που ολόκληρη η ιστορία του, όπως την αφηγείται η Βίβλος, δείχνει ένα τόσο πολύμορφο ζήλο να συνάπτει συμβόλαια, ώστε μοιάζει να έφυγε από την χώρα του μόνο και μόνο για να δοκιμάσει την δύναμή της αμοιβαίας υπόσχεσης στην ερημιά του κόσμου, μέχρις ότου τελικά ο ίδιος ο Θεός συναινέσει να συνάψει μαζί του ένα Συμβόλαιο. Εν πάση περιπτώσει, η μεγάλη ποικιλία των θεωριών γύρω από το συμβόλαιο επιβεβαιώνει το γεγονός πως η δύναμη του υπόσχεσθαι αποτέλεσε το επίκεντρο της πολιτικής σκέψης ανά τους αιώνες.

Το απρόβλεπτο, το οποίο εξοβελίζει η πράξη της υπόσχεσης, εν μέρει τουλάχιστον, έχει διττό χαρακτήρα: προκύπτει ταυτόχρονα από τον «ζόφο της ανθρώπινης ψυχής», δηλαδή από την βασική αναξιοπιστία των ανθρώπων, οι οποίοι δεν μπορούν ποτέ να εγγυηθούν σήμερα ποιοί θα είναι αύριο, και από την αδυναμία να προμαντευθούν οι συνέπειες μιας πράξης μέσα σε μια κοινότητα ίσων, όπου καθένας έχει την ίδια ικανότητα να πράττει. Η ανικανότητα του ανθρώπου να στηριχθεί ή να έχει πλήρη πίστη στον εαυτό του (που σημαίνει το ίδιο) αποτελεί το τίμημα της ελευθερίας, το οποίο καταβάλλουν τα ανθρώπινα όντα΄ και η αδυναμία να παραμένουν οι μοναδικοί κύριοι αυτού που πράττουν, να γνωρίζουν τις συνέπειες και να στηρίζονται στο μέλλον, είναι το τίμημα το οποίο καταβάλλουν για την πολλότητα και την πραγματικότητα, για την χαρά να συμβιώνουν με τους άλλους σ’ έναν κόσμο, την πραγματικότητα του οποίου την εγγυάται στον καθένα η παρουσία όλων.

Η λειτουργία της ικανότητας του υπόσχεσθαι συνίσταται στην υπερνίκηση του διττού αυτού μυστηρίου των ανθρώπινων υποθέσεων και, σαν τέτοια, αποτελεί το μοναδικό δυνατό ενάλλαγμα μιας εξουσίασης, η οποία βασίζεται στην κυριαρχία του εαυτού μας και στην επιβολή πάνω στους άλλους΄ αντιστοιχεί ακριβώς στην ύπαρξη μιας ελευθερίας η οποία δόθηκε υπό τον όρο της μη κυριαρχίας. Ο κίνδυνος και το πλεονέκτημα που ενέχουν όλα τα πολιτικά σώματα, όσα βασίζονται σε συμβόλαια και συμφωνίες, είναι πως αυτά, αντίθετα από όσα βασίζονται στην εξουσία και στην κυριαρχία, αφήνουν την μη προβλεψιμότητα των ανθρώπινων υποθέσεων και την αναξιοπιστία των ανθρώπων όπως είναι, χρησιμοποιώντας τες απλώς ως χώρο, να πούμε έτσι, μέσα στον οποίο ρίχνονται κάποιες νησίδες προβλεψιμότητας και υψώνονται κάποιοι δείκτες αξιοπιστίας. Οι στιγμιαίες υποσχέσεις χάνουν τον χαρακτήρα τους ως μεμονωμένες νησίδες βεβαιότητας μέσα σ’ έναν ωκεανό αβεβαιότητας, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση αυτής της ικανότητας για να καλυφθεί όλο το πεδίο του μέλλοντος και να σχεδιασθεί ένας δρόμος εξασφαλισμένος από κάθε πλευρά, τότε χάνουν την δεσμευτική τους ικανότητα και η όλη επιχείρηση γίνεται αυτοκαταστροφική.


 
Χάννα Άρεντ, «η ανθρώπινη κατάσταση»,
Αθήνα 2008, εκδ Γνώση, σελ 330-332.






Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Ο Αρμεγμαδών, ο προφήτης και άλλοι...




Κουράστηκα να καταπίνω το σάλιο μου κι αυτό να πηγαίνει χαμένο. Θα πάρω τους δρόμους και θ’ αρχίσω να φτύνω τον κάθε πουλημένο, το κάθε λαμόγιο, τον κάθε αλήτη τοκογλύφο τραπεζίτη χοντρέμπορα συνδικαλιστή βιομήχανο χρηματιστή αφεντικό πρωθυπουργό διαχειριστή. Θα τους τρίψω τα σκατά μου στα μούτρα τους. Θα περάσω τους βραχίονες μου μέσα από τις κουμπότρυπες των καλοσιδερωμένων τους σακακιών και θα τραβήξω μεμιάς την περόνη απ’ τ’ αχαμνά μου ίσαμε να γίνει η βιτρίνα τους στάχτη. Θα σας πατήσω αλήτες, θα σκαρφαλώσω στο λαιμό σας και θα πίνω το αίμα σας μέσα από τα κολάρα σας και τις καλογυαλισμένες γραβάτες σας, θα σας πατήσω αγύρτες μέχρι να βάλετε μυαλό στο κεφάλι σας και να γυρίσετε τα μέσα σας όξω σας. Τότε θα με σκοτώσετε. Θα φτιάξετε φυλαχτά με τα ξασπρισμένα στον ήλιο οστά μου και θα τα περάσετε στους λαιμούς σας. Τότε θα γυρίσετε ξανά στην εποχή των δεινοτάτων σαυρών. Θα μαζέψετε τους κοντινούς σας ανθρώπους τριγύρω σας και θα καταλάβετε ξαφνικά πως αγαπάτε, θα πάτε να ζήσετε μαζί τους σε σκοτεινές σπηλιές που θα τις φωτίζετε με το λίπος μου και θα τραγουδάτε τις προσευχές και τα παραμύθια σας γύρω από τη φωτιά μέχρι να ξημερώσει ο ήλιος τα δόντια του. Τότε θα πάρετε απ’ το χέρι τις γυναίκες και τα παιδιά σας και θα βγείτε να κυνηγήσετε στους λειμώνες τους Κένταυρους. Αλλά εγώ θα έχω πεθάνει.


Μιχάλης  Τάτσης, «με το καδρόνι στα χέρια»,
Θεσσαλονίκη 2011, εκδ Πανοπτικόν, σελ 31.



Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Πλασματικό (το μη πραγματικό)




[...] το χρέος αρχίζει να τίθεται σε δορυφορική τροχιά, αρχίζει κι αυτό να κυκλοφορεί από τράπεζα σε τράπεζα και από χώρα σε χώρα, γίνεται αντικείμενο εξαγοράς - έτσι κάποια μέρα θα καταλήξουμε να το ξεχάσουμε κι αυτό, θέτοντάς το σε δορυφορική τροχιά, όπως συνέβη με τα πυρηνικά απόβλητα και με τόσα άλλα πράγματα. Τι θεσπέσιο πράγμα που είναι αυτό το χρέος που περιστρέφεται, αυτά τα απόντα κεφάλαια που κυκλοφορούν, αυτός ο αρνητικός πλούτος που, χωρίς αμφιβολία, θα εισαχθεί κι αυτός κάποια μέρα στο χρηματιστήριο.

Όταν το χρέος γίνεται πολύ οχληρό, εκτοπίζεται σε ένα δυνητικό διάστημα, όπου μοιάζει με καταστροφή κατεψυγμένη στην τροχιά της. Το χρέος γίνεται δορυφόρος της Γης, όπως και ο πόλεμος, όπως και τα κυμαινόμενα κεφάλαια ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων, που έχουν γίνει κι αυτά μια αστρική ομάδα-δορυφόρος που περιστρέφεται ακούραστα γύρω μας. Και σίγουρα είναι καλύτερα έτσι. Όσο καιρό περιστρέφονται, έστω κι αν εκραγούν στο διάστημα (όπως τα δισεκατομμύρια που «χάθηκαν» στο κράχ του 1987), ο κόσμος δεν αλλάζει, κι αυτό είναι ό, τι καλύτερο μπορούμε να ελπίζουμε. Γιατί η ελπίδα ότι μπορεί να συμφιλιωθεί η πλασματική με την πραγματική οικονομία είναι ουτοπική: αυτά τα δισεκατομμύρια δολάρια που κυμαίνονται δεν είναι μεταθέσιμα στη σφαίρα της πραγματικής οικονομίας - και ευτυχώς άλλωστε, γιατί αν, ως εκ θαύματος, γινόταν να τα επανεισαγάγουμε στις οικονομίες παραγωγής, θα είχαμε αυτομάτως μια αληθινή καταστροφή. Ομοίως, ας αφήσουμε και το δυνητικό πόλεμο σε τροχιά, γιατί μόνο εκεί ο πόλεμος αυτός μας προστατεύει: μέσα στην αύρα της αφαίρεσης, μέσα στην τερατώδη εκκεντρότητά του, το πυρηνικό είναι η καλύτερή μας προστασία. Κι ας συνηθίσουμε να ζούμε στη σκιά αυτών των εκφυμάτων: της τροχιακής βόμβας, της χρηματιστικής κερδοσκοπίας, του παγκόσμιου χρέους, του υπερπληθυσμού (για τον οποίο δεν έχει βρεθεί ακόμη τροχιακή λύση, αλλά ας μην απελπιζόμαστε, κάτι μπορεί να γίνει). Έτσι όπως είναι, τα εκφύματα αυτά εξορκίζονται μέσα στην υπερβολή τους, μέσα στην υπερπραγματικότητα τους, και αφήνουν κατά κάποιον τρόπο τον κόσμο άθικτο, λυτρωμένο από το δίδυμό του.



Jean Baudrillard, «η διαφάνεια του κακού»,
Αθήνα 1996, εκδ Εξάντας, σελ 37-38.



Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

de bello civili ?






What is the consequence of a single life weighing less than a feather? What is the final destination of hatred? When you look in the eyes of the enemy and you see yourself. At what price mercy? Who is my neighbor? How many times shall I forgive my brother? What does it mean to love ones enemies? What can a man give in exchange for ones soul? These are the questions that I faced in my prison camp; the answers changed my life forever.